E-Daily

Σαν σήμερα: Πέθανε ο μάγκας και αθυρόστομος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, Γιώργος Ζαμπέτας

Παρεξηγημένος από πολύ κόσμο, έγραψε τραγούδια που άφησαν ιστορία

Δημοσίευση 10/3/2017 | 00:35

Σχολιάστε
Σαν σήμερα: Πέθανε ο μάγκας και αθυρόστομος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, Γιώργος Ζαμπέτας

Τραγουδούσε, έγραφε τραγούδια και έπαιζε μπουζούκι. Έπαιζε μικρούς ρόλους σε ταινίες και ήταν η ψυχή και η χαρά της παρέας. Ο Γιώργος Ζαμπέτας παρεξηγήθηκε από πολλούς στην ζωή του, ως εμπορικός, ως εύκολος και ως υπερβολικά αθυρόστομος. Όμως οι περισσότεροι έκαναν λάθος. Γιατί μιλούσαμε για έναν από τους τελευταίους μάγκες του ελληνικού πενταγράμμου. Με την κανονική έννοια της λέξης.

Γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα, σε ένα χαμόσπιτο στο Μεταξουργείο. Το μουσικό αυτί του τον βοήθησε να γίνει από μικρός δεξιοτέχνης στο μπουζούκι, ενώ τα πρώτα μαθήματα τα πήρε από τον πατέρα του που ήταν κουρέας. Στα 7 του χρόνια είχε ήδη πάρει το πρώτο του βραβείο.

Στα 13 του χρόνια είχε την τύχη να κάνει μια γνωριμία που θα του αλλάξει την ζωή: ο Βασίλης Τσιτσάνης, υπήρξε δάσκαλος και τον επηρέασε σε όλη την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία.

Στα 15 του χρόνια μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του στο αγαπημένο του Αιγάλεω. Στην γειτονιά που αγάπησε όσο καμιά άλλη, στην γειτονιά που τον ανέδειξε και που ποτέ δεν ξέχασε. Πολύ αργότερα, σε μια περιοδεία του στην Βρετανία, της έδωσε το προσωνύμιο «Σίτι», όνομα που την ακολουθεί μέχρι σήμερα. Δυο χρόνια αργότερα, και ενώ η Ελλάδα μαστίζεται από την κατοχή των ναζί, ο Ζαμπέτας θα φτιάξει το πρώτο του συγκρότημα με το οποίο έκανε καντάδες στα κορίτσια.

Ο άνθρωπος που έτρωγε ξύλο από τον πατέρα του για να μην παίζει μπουζούκι όταν ο Μεταξάς το απαγόρευσε, δεν το άφησε ποτέ από τα χέρια του. Είχε μια σχέση μαζί του που δεν μπορούσε να εξηγηθεί. Ήταν λες και ήταν ένα. Αν το αποχωριζόταν ένιωθε μισός. Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου αγόρασε το πρώτο του όργανο. Το είχε συνέχεια στην αγκαλιά του, ακόμα κι όταν κοιμόταν. Το άφησε μόνο όταν στρατολογήθηκε από το ΕΑΜ, όμως το έσκασε και πήγε να το «ξαναβρεί». Ο εμφύλιος τον βρήκε στην αεροπορία και γλίτωσε στο τσακ την εξορία.

Η δεκαετία του ’50 ήταν αυτή που τον ανέδειξε. Από το 1952 ξεκινάει την σύνθεση και ένα χρόνο αργότερα ηχογραφεί για πρώτη φορά. Το 1958 θα γράψει την τεράστια επιτυχία «Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου» και ένα χρόνο αργότερα το πασίγνωστο «Ο πιο καλός ο μαθητής».

Το 1959 ο Μάνος Χατζιδάκις θα τον κάνει σολίστ στις συνθέσεις του. Θα ταξιδέψει στην Αμερική και θα βρεθεί στις Κάννες μαζί με τον Ζιλ Ντασσέν και την Μελίνα Μερκούρη για την ταινία «Ποτέ την Κυριακή».

Εκτός από σπουδαίος μουσικός, ήταν και ένα πνεύμα οξύ, που «έπιανε» τα πάντα στον αέρα. Κατά την περιοδεία στην Αμερική, κατάφερε να μάθει μερικά αγγλικά για να επιστρατεύσει αργότερα το πηγαίο χιούμορ του και να γράψει ένα τραγούδι με στίχο «... και η βροχή έπιπτε στρειτ θρου...».

Γνώρισε την μέλλουσα γυναίκα του το 1945 όταν αυτή ήταν 15 χρονών. Είχε ολοκληρώσει τις σχέσεις μαζί του πριν το γάμο, πράγμα ανεπίτρεπτο εκείνη την εποχή. Η πεθερά του τον πήγε μέχρι στρατοδικείο. Είναι χαρακτηριστική η διήγησή του για το περιστατικό:

«Έχω κάνει φυλακή στην Αεροπορία. Τέσσερις μήνες πειθαρχικό. Οχτώ μήνες είχα φάει. Χέσ’ τα κι ασ’ τα. Γιατί είχα γ……..ει τη γυναίκα μου. Με πήγε η μάνα της στο δικαστήριο και στο δικαστήριο μου λέει ο πρόεδρος, γιατί ξηγήθηκες έτσι; Πώς θέλετε να ξηγηθώ; Οχτώ μήνες φυλακή. Δεν θα την πάρεις; Να πάτε να γα….τε! Και με χώσανε φυλακή. Τι να τους πω; Να τους χαιρετήσω κιόλας;»

Ίσως γι’ αυτό να έγραψε το τραγούδι «Ο πεθερόπληκτος» για την ομώνυμη ταινία του 1968, που μεταξύ άλλων λέει, «...πως θα γλιτώσεις φουκαρά, από μια τέτοια στρίγγλα πεθερά...». Τελικά ο Γιώργος και η Αργυρώ παντρεύτηκαν το 1952 και έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η δεκαετία του ‘60μείναι ακόμα καλύτερη. Συνθέτει μεγάλες επιτυχίες όπως το «Δεν έχει δρόμο να διαβώ», «Τα δειλινά», «Τι να φταίει», «Σήκω χόρεψε συρτάκι», «Σταλιά, σταλιά» κ.α. Συνεργάστηκε και ανέδειξε αμέτρητους καλλιτέχνες όπως Βίκυ Μοσχολιού, Τόλης Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Δημήτρης Μητροπάνος (ο οποίος τον θεωρούσε σαν πατέρα του), Δούκισσα κ.α.

Πήρε μέρος σε αμέτρητες θεατρικές παραστάσεις και εμφανίστηκε σε πα΄ρα πολλές ταινίες. Ο Γιώργος Ζαμπέτας ήταν ο μάγκας της παλαιάς κοπής, αθυρόστομος, με χιούμορ, έδινε τα πάντα για τους δικούς του και περιφρονούσε αυτούς που δεν άξιζαν. Κάποτε σε μια ερώτηση δημοσιογράφου, όσον αφορά στην χρήση χασίς που συνηθιζόταν στους ρεμπέτες, απάντησε: «Αν έχω φουμάρει χασίσι; Λιβααααάδια».

Είχε βέβαια πάθος και με το τσιγάρο. Κάπνιζε πάρα πολύ. Του είχε προκαλέσει χρόνια βρογχίτιδα και αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Το 1987 πείστηκε να πάει στην Αγγλία για εξετάσεις. Οι γιατροί του είπαν πως ο ένας πνεύμονας δεν λειτουργεί και έπρεπε να κάνει οξυγονοθεραπεία. Όταν μια φίλη του τραγουδίστρια τον επισκέφτηκε στο νοσοκομείο «Σωτηρία», τον είδε διασωληνωμένο και ξέσπασε σε κλάματα. Εκείνος την καθησύχασε λέγοντας με χιούμορ, «Δεν πέθανα ακόμα… Για σέρβις ήρθα».

Αυτός ήταν ο Γιώργος Ζαμπέτας. Δεν έχασε ποτέ το χιούμορ του και δεν φοβόταν τίποτα. Γι’ αυτό έγινε και ένα από τους μεγαλύτερους ρεμπέτες στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, όπως παραδέχεται και ο στιχουργός και ποιητής Λευτέρης Παπαδόπουλος.

Μετά από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο, άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Μαρτίου του 1994, σε ηλικία μόλις 67 ετών. Από σύμπτωση, την ίδια ημερομηνία, 14 χρόνια αργότερα, πέθανε και ο γιός του, Μιχάλης.

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ
Tο e-daily.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.